Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Η ΤΟΠΙΚΗ ΜΑΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

Α Γέμ= Καλέ
Α μα= άντε καλέ (όταν απευθυνόμαστε σε γυναίκα)
Α ρα= Ρε σύ (όταν απευθυνόμαστε σε άντρα)
Αγκουμάχσα = λαχάνιασα
Αγλήγουρα = γρήγορα
Αλαφρουκούδουνους = χαζούλης
αλυχτάου = ουρλιάζω
Αλυχτάω= Γαυγίζω
Άμπλας = πηγή
Ανέφταστου = ανεπρόκοπε!
ανιπροκουπου = αυτο που δε γνωρίζει προκοπή
Ανταριάζουμι = χτυπώ μετωπικά
αντράλα = ζάλη
Αξίφωσι = Φάε

Απ να γένς νταούλι= που να σκάσεις
Απαγάλια = σιγά σιγά
Απαναθιό = από πάνω
Απουχουρτήριου = τουαλέτα
Άργανο= Σκασμός
Βαρβάτους = πουτσαράς = καρπερός
Βάσταμα = δεμάτι ξύλων
Βζάνου = θηλάζω
Βιλέτσα = φλοκάτη
βουμπίρ = παλιόπαιδο
Βουνιές = κόπρανα αγελάδας
Βρονταριά = καταράκτης
Γαβάθα = βαθύ πιάτο
Γαλότσις = μπότες
Γανώθκα = λεκιάστηκα από κάρβουνο
Γατσούδ= Γατάκι
Γέμου= Δηλώνει αποδοκιμασία, κάτι σαν το πωπώ
Γίκους = στοιβαγμένα ρούχα
Γκαβάνας= Ο στραβός
Γκαβόθκα = τυφλώθηκα, δεν βλέπω
Γκασμάς= Ο χαζός
Γκιούμ(ι) = δοχείο μεταφοράς γάλακτος
Γκόρτσα = σχλάδια
γκούντπας=αυχένας
γκουρδιλιάγκους= οισοφάγος
Γκουτζιάμ(ι) = μεγάλος! Ολόκληρος! (π.χ. γκουτζιάμ μαντράχαλους)
Γλαβανή = καταπακτή
Γουμάρ(ι) = γάΐδαρος
Γουρνουκούμασου = μικρό χοιροστάσιο
Γουρνουκούμσου= Τόπος κατοίκησης Γουρουνιών
γραπατσαλόνουμι = σκαρφαλώνω
Γραπατσαλώθκα = Σκαρφαλώνω
Γυφτουφάσλα=Φασολάκια μαυρομάτικα
Δαμάλ(ι) = αρσενική αγελάδα
Διακουνιάρα = ζητιάνα
Έζαψα πέρα = έφυγα αιφνιδίως
Ζαγκανιόμι = κουνιέμαι σπασμωδικά
Ζέρτσινους = μεγάλη σφίγγα
ζιματούρα = κολοκυθόπιτα (gnosth kai san zematisth h mpatzina)
ζντίβαρ= Υποδηλώνει το θόρυβο που κάνει κάποιος όταν πέφτει αλλά και το ιδιο το γεγονος (έτριχι, ετριχι, ετριχι.... πιρδικλοθκι κι......Ζντίβααααααααααααρ)
ζουμπλάκιασα = ζούληξα
Κακάβ(ι) = κατσαρόλα
Κακάβ(ι) = κατσαρόλα
Κακαράτζις = κόπρανα αιγοπροβάτων
Κακαριώμι = γελάω έντονα
Κακάτσιαλου = ακαθαρσίες μύτης
Καρδάρ(ι) = δοχείο αρμέγματος
Κάρνα = κάρβουνα
καρτιρώ = περιμένω
Κατάσαρκα = φοράω εσώρουχα
Κατόΐ = υπόγειο δωμάτιο
Κατσιλώνα = πράσινο σκαθάρι
Καψαλίζουμι = ψιλοκαίγομαι
Καψομούνες = γυναίκες και άντρες από τα ορεινά. (οι γυναίκες κάθονταν χωρις εσώρουχα στο τζάκι και το καψαλούσαν)
Κιπρί = κουδούνι κατσικιών
Κιρασουλέμς = αδύνατος και αδύναμος
Κκιά= Κουκιά
Κληδουπίνακου = μπολ
Κόσια! = βιάσου!
Κουκόσια = καρύδι
Κουλουβούζι= κάποιος που μας ακολουθει συνεχώς
Κουλουκθουβούλουμα = κοντός άνθρωπος
Κούμαρα = κόπρανα αλόγου
Κουντράου = χτυπώ με τα κέρατα
Κουραδάς = τεμπέλης
Κουραδάς = τεμπέλης
Κουρδόνουμι = στέκομαι καμαρωτός
Κουρδουκλιώμι= Κυλιέμαι
Κουρδουμπούλ(ι) = κουκουνάρι από πλάτανο
κουρδώνουμι = στέκομαι με υπερηφάνεια
Κουρκουφιά = τοπικός θάμνος
Κουρκουφκιά = τοπικός θάμνος
Κουρνιότκου = άτιμο!
Κουσιέβου = τρέχω γρήγορα
Κουτάου= Τολμώ
Κουτέλ(ι) = αυτός που τριγυρνάει συνεχώς
Κουτρόνια = βράχια
κουτρουγκλήθκα = κατρακύλησα
κουτσαμπδάου = χοροπηδάω
Κουτσαμπδάου = χοροπηδώ
Κουτσιλιές= Ακαθαρσίες πτηνών
Κουτσπιά = τοπικός θάμνος
κουψίδ = κρέας
Κρούπι = ποτήρι
Κτάζομαι καταϊ = κάθομαι κάτω
Κυπρί= Κουδουνι ζώων
Κφάλα = χαλασμένο δόντι, γερασμένος πλάτανος
Λαΐνα = δοχείο νερού
Λάλσα = ζαλίστηκα
Λαμπουκόπσι = αστράφτει από καθαριότητα
Λέσιου= ο αδυνατος αλλα και κοσμητικό επίθετο
λιβακώθκα = ζεστάθηκα
Λιμπίσκα = Ζήλεψα
μ' έρχιτι ετς αιας = αισθάνομαι περίεργα, αισθάνομαι ιδιαίτερα
μαγκούφκου = έρημο
ματσιαλάου = μασάω
μπαρχαλώθκα = πιάστηκα, γραπατσαλώθκα!!!!!
μπλατσανάου = ανακατεύομαι με νερά, βρέχομαι
Μαγκφαριά = τόπος διαμονής
Μάλλιασι η γλώσσαμ = επαναλαμβάνομαι
Μαλτέζικα = μεγάλα στήθη
Μαναφούκου = κουτσομπόλα
Μαντανία = κιλίμι
Μαργώνω = κρυώνω
Μαρκάλος= Σεξουαλική Πράξη Αιγοπροβάτων
Μαρμάγκα = η πολλή δουλειά
Μαστάρια = στήθια
Ματζάτου = ειδική αποθήκη
Ματζαφράρ(ι) = αντρικό γεννητικό όργανο
Μουρλουντάμαρου = χαζό σόΐ
Μπακακάκι= βατραχάκι
Μπάκακας = βάτραχος
Μπακράτσ(ι) = μικρή κατσαρόλα
Μπάμπαλου = σκουπιδάκι
Μπιμπίκ(ι) = σπυράκι
Μπιρδικουστήματα = μπλέξιμο
Μπισίκ = βρεφική κούνια
Μπλουκούκια = τοπικό φρούτο
Μπορμπότσιαλος= Σκαθαρι
Μπουλοβίνα = κόπρανα ανθρώπινα
Μπουρμπότσιαλους = μικρή αράχνη
Μπουτινέλους = δοχείο παρασκευής ξυνόγαλου
Μπουχαρίς = καμινάδα
Μπράσκα = παχύς βάτραχος
Μσκάρας= ο Χαζός
Νταΐκόθκα = χόρτασα
Ντάμι = αγροτόσπιτο
νταούλι = ανόητε!, μουσικό όργανο
Ντιπ= Καθόλου
ντιρλικώνου = τρώω
Ξερακιάς = ψηλός άντρας
Ξηρκό = χωράφι χωρίς νερό
Ξιδουλάΐνου = δοχείο ξυδιού, αντιπαθητικός άνθρωπος
Ξιθάλου = Γυναίκα με στραβά πόδια
ξικουλόθκα = κουράστηκα πολύ
Ξιλιγόθκα = λιμοκτονώ
Ξιμαγγανιάσκα = διαλύθηκα
Ξιμίασμα = αντιπαθέστατος
Ξιμίασμα = αντιπαθής χαρακτήρας
ξιμισκλίσκα = ....................
Ξιμπλέτσουτους= Γυμνός
ξιμπουρδάλιασα = ‘’πήρα αέρα΄΄, άλλαξα συμπεριφορά
Ξιστρίφκα γιλώντας = γέλασα έντονα
ξιτέντουσα = άσκησα πίεση
Ξιτσάνήσκα = άλλαξα
Ξιτσιαουλιάζου = δέρνω στον σιαγόνα
ξίφουσα = έφαγα με μανία
Ξιχαρβαλώθκα = διαλύθηκα
Ξύγγια = λίπος
Ξυθάλ= Εργαλείο με το οποίο οι νοικοκυρές σηκώναν την γάστρα αλλά και φονικό όπλο (τουν ανξι του κιφαλι μι του ξυθάλι)
Όξου= Διαροια
Παλιουρούτια = παλιά ρούχα, τσέτζιλα
Παλουκός = κάθισε κάτω
Πασταλάκα= Φασολάκια πράσινα
Παστάλια = φασολάκια
πατλιές =αγκάθια
Πατλιτζιάν(ι) = μελιτζάνα
Πατλιτζιάνια= Μελιτζάνες
Πιρδηκλώθκα = σκόνταψα
Πιρδικλόνουμι = σκοντάφτω
Πιρόνουμι = ζεστένω τα χέρια μου
Πιτρόβιργους = πλάστης (μαγειρικής)
Πλάδα = θηλυκό κοτόπουλο
Πλάλα = τρέξε
Πλαλουκουπάου = τρέχω
πλί = πουλί
Πουντιάζω = κρυώνω
Πουρδαλιά = τοπικός θάμνος
Πουρδουκουκούλ(ι) = φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν
Πουτσαράς= Λεβέντης
πουτσαρίνα = λεβέντισσα
πρατσαλάου = παράγω ήχους υψηλής συχνότητας (π.χ. ο ήχος καιομένης βάτου) (Emas pratsalan kai ta tragia)
Πρόγκσα = έφυγα αιφνιδίως
Πρόγκσει = κουρτίσκει = αγρίεψε
πρόπσα = πρόλαβα
Πως τα πόρεψάταν= Πως τα περάσατε
Ρέμα = ρυάκι
Ριμουσέλκου = έρημο σπίτι
Ρούγα = αυλή
ρούπουσα = χόρτασα
Σαρδανάπαλου = ατσούμπαλο
Σαρμανίτσα = βρεφική κούνια
Σβαγκάντζα = ζαλίστηκα
Σβαρνιάρα = ακατάστατη
σβαρνιόμι =σέρνομαι (αορ. σβαρνίσκα)
Σβίγκους = τίποτα
σιαδώθι = προς τα εδώ
σιακάτ = προς τα κάτω
σιαπάν = προς τα πάνω
σιαπέρα = προς τα πέρα
Σιάψαλου = γέρος
Σιμπράγκαλα = μικροπράγματα
Σιουμπάου = σκουντάω (π.χ. σιουμπάου τα κάρνα)
Σκαμιά = μουριά
Σκαπθότουρι = κουτσομπόλα
Σκιρβιλές = αδύνατος
Σκκόφλα= Φύλλα Συκιάς
σκλεύουμι = προκαλώ σεξουαλικά
Σκουρδουκαΐλα = αδιαφορία
Σκουτούριασα = ζαλίστηκα
Σόμπουλα = πετραδάκια
σπασμένου = αδύναμε, άχρηστε
Στράνια = ρούχα
Στρουμφιόμι= Οταν καποιος έχει φάει πολύ και ρεύεται συνεχως (ξίφουσι μσο ταψι γαλατοπτα κι μιτά Στρουμφιόταν σαν του τραϊ)
Στρουφλιώρα = στριφογύρισμα
Στρουφλιώρα = στροφή
Σφουντίλ(ι) = ζαλίστηκα στριφογυρίζοντας
Τ'ανάσκλα = ανάσκελα
Τ'απίστουμα = μπρούμυτα
Ταχιά = αύριο
Τέτζιρης = μεγάλη κατσαρόλα
Τζιαουνάου= Παραονιέμαι συνεχώς
Τζιέρι = κεφάλι
Τζιριμές = άχρηστος
Τιμπιλχανίου = τεμπέλης
Τιράου = κοιτάζω
τλουπόχνουμι = σκεπάζομαι
Τλουπόχνουμι = σκεπάζομαι
Τραγάρ(ι) = χαλί από τρίχωμα τράγου
Τροιχιά = χοντρό σχοινί
Τρόυρα = γύρω γύρω
Τσαντίλα = κομμάτι
Τσέτζιλου = παλιόρουχο
τσιακλατάντσα = ανακάτεξα με σπασμωδικές κινήσεις
Τσιακλατάου = χτυπάω
Τσιαμούζκου = άγριο μουλάρι
Τσιαούλ(ι) = σιαγόνας
Τσιαούλι= Ο σιαγων ( πχ άπαυου του τσιαούλι ς)
Τσιάχαλα = σκουπίδια
Τσιουκάν(ι) = κουδούνι αγελάδας
Τσιουτζιού(ρ) = τζίτζικας
Τσιρέπια = χοντρές κάλτσες
Τσιρέπια = χοντρές κάλτσες
Τσιτσιβές = μπρίκι
τσούζου= πίνω
Φλουέρας = ανόητος
Φλυντράει = πετάει (για έντομα)
Φτιλιασμένους = ιδιότροπος άνθρωπος
Χαζουστόΐας = ξεχασιάρης
Χαλεύου = ζητάω κάτι
Χαμπέρ(ι) = τα γεννητικά όργανα της γυναίκας
Χαμπέρι= Το Γυναικείο γεννητικό όργανο
Χαμπλόκουλη = κοντή γυναίκα
Χαντακώθκα = καταστράφηκα
χάφτου= τρώω με μανία
Χλαπακιάζου = τρώω λαίμαργα
Χλιάρ(ι) = κουτάλι
χλιάρι = κουτάλι
Χλιμπουνιάρς = αδύναμος, κακομοίρης
Χλιμπουνιάρς = πολύ αδύνατος

Χνέρ(ι) = λαχτάρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αφηστε τα σχολια σας